Κάθε ιδιοκτήτης δικαιούται  αποζημίωση εάν το ακίνητό του δεσμεύεται για οικολογικούς λόγους ως προς τη χρήση, την εκμετάλλευση ή τον προορισμό του.

Αυτό συμβαίνει όταν ένα ακίνητο εντάσσεται σε περιοχή απόλυτης προστασίας της φύσης ή σε περιοχή ζώνης προστασίας της φύσης, σε εθνικό πάρκο, σε περιοχή προστατευμένων φυσικών σχηματισµών, σε περιοχή προστατευόµενων τοπίων και στοιχείων του τοπίου ή σε περιοχή οικοανάπτυξης.

Όταν μία περιοχή χαρακτηρίζεται ως προστατευόμενη για το φυσικό της κάλλος κλπ, όταν δηλαδή μια περιοχή προστατεύεται για οικολογικούς λόγους, το ακίνητο δεσμεύεται  ως προς την επιτρεπτή χρήση του, ως προς τον προορισμό του ή ως προς το είδος της εκμετάλλευσής του. Ωστόσο δεν συντελείται αναγκαστική απαλλοτρίωση. Συνεπώς ο ιδιοκτήτης δεν αποχωρίζεται την κυριότητα του ακινήτου του αλλά δεν μπορεί και να το αξιοποιήσει .

Σε αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις ο νόμος δίνει το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να απαιτήσει αποζημίωση για τη στέρηση του ακινήτου του την οποία υφίσταται λόγω των περιορισμών ως προς τη χρήση, την εκμετάλλευση ή τον προορισμό του ακινήτου που επιβάλλονται από διατάξεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος

Η αποζημίωση μπορεί να είναι χρηματική ή «σε είδος», σε αντίστοιχο δηλαδή ακίνητο σε άλλη περιοχή το οποίο μπορεί να μεταβιβαστεί κατά κυριότητα ή να παραχωρηθεί κατά χρήση στο θιγόμενο ιδιοκτήτη από το Δημόσιο.

Ας δούμε μία σχετική δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το ζήτημα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη που υφίσταται περιορισμό της  ιδιοκτησίας για οικολογικούς λόγους χωρίς όμως να στερείται την κυριότητα του ακινήτου:

Κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 και της παραγράφου 1 του άρθρου 24, τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, όπως η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου, που περιλαμβάνει το φάσμα των επιτρεπτών χρήσεων του ακινήτου, οι οποίες καθορίζονται κυριαρχικώς, είτε απ’ ευθείας από συνταγματικές διατάξεις είτε από το νομοθέτη ή, κατ’ εξουσιοδότησή του, από τη Διοίκηση σε συμφωνία με το Σύνταγμα. Προκειμένου δε να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφυλάξεως του φυσικού περιβάλλοντος, ενόψει και του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, επιτρέπεται η λήψη μέτρων συνισταμένων τόσο στη μεταβολή του προορισμού των ακινήτων, όσο και στον περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων τους ή την ένταση της εκμεταλλεύσεως των ακινήτων. Τα μέτρα αυτά πρέπει να θεσπίζονται με σεβασμό προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, πλην δεν απαγορεύεται να έχουν ως αποτέλεσμα την ουσιώδη στέρηση της χρήσεως ακινήτου κατά τον προορισμό του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση γεννάται αξίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη να του καταβληθεί αποζημίωση ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ανωτέρω στερήσεως.

Προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις στοιχεί το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 1650/1986, το οποίο, έχει την έννοια ότι, αν τα ανωτέρω μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα την προαναφερόμενη ουσιώδη στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας κατά τον προορισμό της, είτε η ιδιοκτησία αυτή ευρίσκεται σε περιοχή προστασίας της φύσεως, είτε σε ζώνη προστασίας της φύσεως, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη δεν ανήκει απλώς στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, αλλά γεννάται αξίωσή του προς αποζημίωση, η οποία θεμελιώνεται ευθέως στη διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν έχει περιληφθεί η σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων.

Το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη ασκείται με την υποβολή αιτήσεως στη Διοίκηση, με την οποία αυτός μπορεί να ζητήσει και συγκεκριμένο τρόπο αποζημιώσεώς του, εκ των προβλεπομένων στο ανωτέρω άρθρο, (ανταλλαγή με έκταση του Δημοσίουπαραχώρηση κατά χρήση δημόσιας εκτάσεως σε παραπλήσια περιοχή για ανάλογη χρήση ή εκμετάλλευση – καταβολή εφ’ άπαξ ή περιοδικής αποζημιώσεωςμεταφορά συντελεστή δομήσεως), τον οποίο η Διοίκηση οφείλει να αποδεχθεί αν αυτό είναι δυνατό υπό τα νομικά και πραγματικά δεδομένα της υποθέσεως.

Σε αντίθετη περίπτωση, ο θιγόμενος ιδιοκτήτης αποζημιώνεται με έναν από τους λοιπούς εκ των προαναφερομένων τρόπων, κατά τη σχετική κρίση της Διοικήσεως, η οποία πρέπει να αιτιολογείται και ως προς την επιλογή του τρόπου αποζημιώσεως. Το θέμα, πάντως, της αποζημιώσεως ρυθμίζεται κατά το νόμο αυτοτελώς και δεν επηρεάζει την κρίση σχετικά με τον χαρακτηρισμό εκτάσεως ως περιοχής προστασίας ή ως περιφερειακής ζώνης προστασίας και με την επιβολή περιοριστικών μέτρων.

Σε επόμενες αναρτήσεις μας θα ασχοληθούμε πιο διεξοδικά με το ζήτημα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη λόγω περιορισμών στην ιδιοκτησία του στα πλαίσια της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και του πολιτιστικού περιβάλλοντος (αρχαιολογικοί χώροι και ιστορικά μνημεία).
Εάν σας απασχολεί κάποιο σχετικό ζήτημα, θα χαρούμε να επικοινωνήσετε με το δικηγορικό μας γραφείο για να το συζητήσουμε.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΑΣ: Ο ιδιοκτήτης ακινήτου δικαιούται αποζημίωση σε γη ή σε χρήμα για τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο ακίνητό του για οικολογικούς σκοπούς.