Αυτοδίκαιη άρση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου ή διατήρηση απαλλοτρίωσης;

Η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου είναι η νομική μορφή με την οποία το ακίνητο απαλλάσσεται από το βάρος της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Όσο εύκολη και απλή ακούγεται η «αυτοδίκαιη» άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου, τόσο δύσκολη, χρονοβόρα και γραφειοκρατική αποδεικνύεται στην πράξη με συνέπεια το ακίνητο να παραμένει δεσμευμένο επί δεκαετίες.

Δεν θα ήταν εύκολο να παρουσιάσει κάποιος το νομικό καθεστώς της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης ακινήτου, διότι είναι πιθανό μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής μελέτης ο νομοθέτης να έχει τροποποιήσει και πάλι το νόμο και να θεσπίσει διαφορετική διαδικασία «αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης».

Κατά συνέπεια όσα ανωτέρω παρατίθενται δεν θα πρέπει να εκληφθούν επ’ ουδενί ως νομικές συμβουλές ή ως υπόδειξη νομικών ενεργειών αλλά ως παρουσίαση του καθεστώτος της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τη θεμελίωση της αυτοδίκαιης άρσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου επικαλούμενοι το άρθρο 17§4 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει ότι αποζημίωση που θα οριστεί από το δικαστήριο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου πρέπει υποχρεωτικά να καταβληθεί σε προθεσμία ενάμισι έτους από τη χρονολογία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης που προσδιόρισε την προσωρινή τιμή μονάς αποζημίωσης.

Σε περίπτωση υποβολής δικαστικής αιτήσεως για απευθείας προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, η προθεσμία των δεκαοκτώ μηνών (ενάμισι έτους) ξεκινά από τη χρονολογία δημοσίευσης της αποφάσεως του δικαστηρίου για την οριστική τιμή μονάδας απαλλοτρίωσης.

Σύμφωνα με την ίδια διάταξη του άρθρου 17§4 του Συντάγματος, σε περίπτωση μη καταβολής της δικαστικής αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, η απαλλοτρίωση του ακινήτου αίρεται αυτοδικαίως.

Σχετική παρόμοιου περιεχομένου διάταξη περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης του ακινήτου λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της αποζημίωσης εντός δεκαοκταμήνου από τη δικαστική απόφαση περιείχε η διάταξη του άρθρου 11§1 του ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.

Το αν πράγματι η άρση της απαλλοτρίωσης ήταν αυτοδίκαιη είναι άλλο θέμα…

Παρόμοιο περιεχόμενο έχει και η διάταξη του άρθρου 11§3 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων ν. 2882/2001, η οποία θεωρητικά προβλέπει επίσης την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης ακινήτου λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης εντός ενάμισι έτους από την έκδοση της δικαστικής απόφασης.

Και εδώ στην πράξη η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης αποδείχτηκε δύσκολη, μόνο αυτοδίκαιη δεν είναι με συνέπεια ο νομοθέτης να τροποποιεί τη διαδικασία αυτοδίκαιης άρσης απαλλοτρίωσης και να δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου.

Σκοπός όλων αυτών των διατάξεων είναι – ή θα έπρεπε να είναι – η προστασία του συμφέροντος του ιδιοκτήτη του ακινήτου – καθ` ου η απαλλοτρίωση προς το σκοπό να μην παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής η απαλλοτρίωση του ακινήτου και να δεσμεύεται η ιδιοκτησία του.

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να προστατεύεται και το αντίθετου περιεχομένου συμφέρον του καθ` ου η απαλλοτρίωση – ιδιοκτήτη του ακινήτου να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση του ακινήτου του.

Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία για την αναβίωση της απαλλοτριώσεως του ακινήτου που έχει αρθεί αυτοδικαίως λόγω μη καταβολής της δικαστικής αποζημίωσης εντός της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας.

Η παλαιά διάταξη του άρθρου 11§3 του ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 212/1975, προέβλεπε ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θα θεωρείτο ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως, ο καθ` ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης του ακινήτου υπέβαλλε στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.

Ο ν. 2882/2001 περί Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων δεν περιείχε αντίστοιχη διάταξη περί «μη γενόμενης αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης» λόγω υποβολής δήλωσης διατήρησης της απαλλοτρίωσης από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου.

Ωστόσο τα ελληνικά δικαστήρια δέχονταν νομολογιακά ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και ότι ο μόνος ο οποίος νομιμοποιείται να προτείνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου – καθ` ου η απαλλοτρίωση, διότι μόνος αυτός δικαιούται να αποφασίσει αν έχει συμφέρον να μην παραμείνει η σε βάρος του ακινήτου του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής.

Υπό αυτό το σκεπτικό το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ 26/2010 απόφαση με την οποία επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπ’ αριθ. 7/2007 και της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθ. 3689/2009 και έκρινε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, εφόσον ο ιδιοκτήτης του ακινήτου – καθ` ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους.

Ακολούθως θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 39§3α ν. 4024/2011 με την οποία προστέθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 περί Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και όρισε ότι: «Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης. Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας«.

Με τη διάταξη του άρθρου 39§3α εδάφ. στ` και ζ` Ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται και επί των απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4024/2011 (δηλαδή 27.10.2011) λόγω παρέλευσης της προθεσμίας του ενάμισι, υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου καθ’ ου η απαλλοτρίωση θα υπέβαλε την προβλεπόμενη αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως έως 31/12/2012.

Πλέον, με τη διάταξη του άρθρο 39§3α Ν. 4024/2011 επανήλθε το νομικό καθεστώς που ίσχυε με τη διάταξη του άρθρου 11§3 ν.δ. 797/1971 για να διευκολυνθεί η διάσωση της απαλλοτριώσεως του ακινήτου εφόσον συναινεί ο θιγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος εφόσον κρίνει ότι πλήττεται το περιουσιακό του συμφέρον θα έχει το δικαίωμα να προβάλει την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως λόγω παρέλευσης της προθεσμίας των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν θα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Ωστόσο, η διαδικασία αναβίωσης – διατήρησης της απαλλοτρίωσης ακινήτου που έχει αρθεί αυτοδικαίως επιβάλλει περιορισμούς στην περιουσία του ιδιοκτήτη του ακινήτου για το οποίο επιθυμεί να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση.

Εφόσον ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που τελεί υπό καθεστώς αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει τόκους υπερημερίας με έγερση καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημιώσεως.

Το κατά πόσο και αν οι ως άνω περιορισμοί της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη λόγω απαλλοτρίωσης του ακινήτου του είναι συνταγματικώς ανεκτοί εκφεύγει των ορίων της παρούσας ανάρτησης…

Συνοπτικά ισχύουν τα εξής ως προς την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου και την διατήρησή της με τη θέληση του βαρυνόμενου ιδιοκτήτη του ακινήτου:

Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν καταβληθεί η δικαστική αποζημίωση εντός προθεσμίας ενάμισι έτους από την δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινής τιμής αποζημιώσεως της δικαστικής απόφασης απευθείας προσδιορισμού οριστικής τιμής αποζημίωσης.

Η αρμόδια διοικητική αρχή, εφόσον ο θιγόμενος ιδιοκτήτης υποβάλει αίτηση, υποχρεούται να εκδώσει εντός προθεσμίας 4 μηνών από την λήξη της προθεσμίας του ενάμισι έτους πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Εάν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου υπό απαλλοτρίωση επιθυμεί να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, θα πρέπει να υποβάλει εντός προθεσμίας ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως.

Η διοικητική αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κυριαρχικά για την διατήρηση της απαλλοτριώσεως ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως σταθμίζοντας τη σκοπιμότητα του έργου και το δημόσιο συμφέρον.

Για την απόφαση της διοικητικής αρχής επί της υποβολής από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη της δηλώσεως για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτριώσεως δεν τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα. Συνεπώς θα ισχύει η προθεσμία των 50 ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ. α` του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).

Εφόσον το αίτημα του καθ` ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη του ακινήτου γίνει δεκτό από τη διοικητική αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση, αλλά θα ισχύσει η ήδη καθορισμένη δικαστική αποζημίωση και δεν επιτρέπεται η αναζήτηση τόκων υπερημερίας από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως.

Ωστόσο, τα ελληνικά δικαστήρια εξακολουθούν να δέχονται ότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ` ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη του ακινήτου να μην παραμένει η απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε σε βάρος του ακινήτου εκκρεμής και μετέωρη για μακρό χρονικό διάστημα προς βλάβη των συμφερόντων του εξαιτίας της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του. Κατά συνέπεια μόνο ο καθ` ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης του ακινήτου δικαιούται να προτείνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.

Αντιθέτως ο υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν νομιμοποιείται να προτείνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης (Ολ.ΑΠ 12/2018, 7/2007).

Κατά συνέπεια, η προθεσμία του ενός έτους από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης δεν αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε οριστικά ούτε σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεώς της επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση για τον δικαιούχο ιδιοκτήτη, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδικάσεως της αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (Ολ.ΑΠ 12/2018, Ολ.ΑΠ 7/2007, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011).

Με τη διάταξη του άρθρου 131§1 Ν. 4070/ 2012 προστέθηκε παράγραφος 10 στο άρθρο 20 του Ν. 2882/2001 περί Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, η οποία προβλέπει ότι εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα κατ` εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ` ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημιώσεως.

Ωστόσο στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, με την οποία ορίζονται ποιες από τις θεσπιζόμενες με το νόμο διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9), η διάταξη του άρθρου 131§1 δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (Ολ.ΑΠ 12/2018, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 1630/2018).

Εάν σας απασχολεί κάποιο ζήτημα μη καταβολής της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του ακινήτου σας ή αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης του ακινήτου σας ή διατήρησης της απαλλοτρίωσης του ακινήτου σας για να εισπράξετε την αποζημίωση , μπορείτε να πατήσετε το σύνδεσμο επικοινωνίας με το δικηγόρο απαλλοτριώσεων Στέφανο Ασλανίδη ή να στείλετε σύντομο μήνυμα με τη φόρμα επικοινωνίας: